Friday, February 16, 2007

To ατελές έγκλημα


Δεν θα ήταν ένας ήσυχος θάνατος-δεν της άξιζε άλλωστε. Οι θορυβώδεις θάνατοι είναι πάντα απολαυστικοί για τον θύτη, εκτός και αν πρόκειται για δήμιο που θέλει να τελειώσει γρήγορα, να γυρίσει σπίτι και να ξεχάσει. Αλλά εδώ το ρέκβιεμ πρέπει να γραφτεί με ουρλιαχτά που θα συναντούν κρεσέντα από δαιμονιώδη γέλια. Ο άνθρωπος μας το έχει σχεδιάσει στην εντέλεια, έχει υφάνει το σενάριο με την ακρίβεια της αράχνης.

Την επισκέφθηκε στο σπίτι της. Ηταν μόνη, παρέα με τις σκιές που αποχαιρετούν τον ήλιο και υποδέχονται τη νύχτα. Ο άνθρωπος μας χτύπησε το κουδούνι και τίναξε, με νευρικότητα, το μπουφάν του. Ηταν άοπλος. Λάθος. Ηταν οπλισμένος με την προσμονή και το χτυποκάρδι του δεκαεξάρι που πάει για πρώτη φορά σε πουτάνα. Ετσι και εδώ, λοιπόν, δεν θα υπήρχαν προσχήματα, η ηδονή είναι ανυπόμονη, δεν περιμένει.


Την έπιασε από το λαιμό και έσπρωξε με δύναμη το κεφάλι της προς τον τοίχο. Λίγο πριν την πρόσκρουση μία σκέψη ήρθε βιαστική και τον συγκράτησε, του ψιθύρισε γλυκά πως υπήρχε ο κίνδυνος να την αποτελειώσει. Τον έπεισε. Χωρίς να αφήσει το δεξί χέρι από το λαιμό της, έστειλε το γόνατό του να καρφωθεί στο στήθος της. Το αριστερό χέρι βυθιζόταν στη λιπαρή κοιλιά της. Της μίλαγε, βέβαια, αλλά κανένας δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τι ακριβώς της έλεγε. Αλλά τέτοιες στιγμές δεν αξίζει το στόμα να χαραμίζεται σε λέξεις κενές περιεχομένου. Βύθισε τα δόντια του στο μάγουλό της. Θεέ μου, λες να είναι τοξικό το make up; Αίμα και σάρκα κατέβηκαν μέχρι τον οισοφάγο του, αισθάνθηκε να πνίγεται. Οχι τώρα! Μόλις αρχίσαμε! Την έσυρε στην κουζίνα, γλίστρησαν μαζί στα αίματα που κατέβαιναν από το πρόσωπο στο πάτωμα. Γέλασε. Που τα έχει; Να, κάτω από το νεροχύτη. Το οξύ ταιριάζει στην πληγή, όπως το ξύδι στη σαλάτα. Ο άνθρωπος μας γελάει όπως τα παιδιά που χοροπηδούν στους παιδότοπους με μπαλάκια. Αισθάνεται πιεστική ηδονή. Δεν ξέρει αν θέλει να τη γαμήσει ή να την κατουρήσει. Δεν ξέρει τίποτα, δεν θέλει τίποτα. Οση δύναμη του απέμενε, έφτανε μόνο για μία κλωτσιά στα πλευρά της. Σημάδεψε ψηλά, κάτω από τη μασχάλη. Δεν άκουσε οστά να σπάζουν. Ακουσε μόνο τον εαυτό του να κλαίει. Ηξερε ότι κλαίει και ας μην κυλούσε ούτε ένα δάκρυ. Να, τα μάτια πεταρίζουν. Ανοίγουν διάπλατα, σαν στόρια. Ξύπνησε. Εκείνη κοιμόταν δίπλα του. Ανέπαφη, και αυτή τη βραδιά. Αύριο πάλι.